Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Το χρέος

Πριν πολλά χρόνια, ξεφύλλιζε αφηρημένα ένα απ' αυτά τα γυαλιστερά περιοδικά. Σκόνταψε πάνω σ' έναν πολυτελή ξενώνα κρυμμένο στην παλιά πόλη της Ρόδου. Η Ανατολή με τη λαγνεία της ντυμένη όλες τις σύγχρονες ανέσεις της Δύσης. Ζήλεψε αφόρητα, κυρίως γιαυτό που φαντάστηκε διαβάζοντας το άρθρο. 'Ενα σαράκι την έτρωγε έκτοτε- να γράψει μία ιστορία σαν μέλι που θα φούντωνε τον πόθο για ανέμελη ζωή μέσα στην ψυχή όποιων τη διαβαζαν. Μιά ιστορία που θα ξεχείλιζε ερωτισμό. Χωρίς προβλήματα επιβίωσης, υπαρξιακά διλήμματα ή διχασμούς. Θα ήταν το μανιφέστο της ασθησιακής απενοχοποίησης.
Θανάσιμα ωραία νεαρή, λυγερόκορμη, που θα είχε διαβάσει τα πάντα ,με χόμπι να μαδαέι εποικοδομητικά διογκωμένους τραπεζικούς λογαριασμούς. Και να κουρσεύει όποιο κορμί τη λαχταρούσε χωρίς δυνατότητα διαφυγής.
Ονειρευόταν μια ιστορία με φινέτσα, στυλ και ανείπωτη καύλα, σαν αυτή που διαπερνάει μιά ροκ συλαυλία, ή δυό γυμνά κορμιά, φλογισμένα απ΄την ίδια επιθυμία, που συζητούν δίπλα- δίπλα ένα καλοκαιρινό απομεσήμερο, και χαϊδεύονται, χωρίς όμως να είναι τα χάδια το πρωτεύον εκείνη τη στιγμή. Κ ι εσύ ο παρατηρητής, να παρακαλάς να συμβεί μεταξύ τους αυτό που αναβάλουν και σε βασανίζουν.
Πολλά χρόνια , μετά η ιστορία έσπασε σε πολλά κομμάτια, μεταμφιέστηκε, τα πρόσωπα εναλλάσσονταν, ήταν μυριάδες, αλλά όλα είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικο- φόρτιζαν κα ιτην πιό ταπεινή ή ασήμαντη πράξη με ποιότητα, με βάθος. Σαν αυτό που είχαν ο Γκέοργκ και η Κρίστα-Μαρία Ζίλαντ, και δεν είχε και σπάραζε, ο νεκρός εν ζωή αξιωματικός της Στάζι.
Μιά μέρα διαβασε την άποψη της κυρίας Γέλινεκ για τους ανθρώπους που επιθυμούν να γράφουν επειδή δεν μπορούν να ζήσουν... Και θυμήθηκε ότι κι ο Ουάιλντ ειχε γραψει κατι παρόμοιο. Κοίταξε τη βιβλιοθήκη της, αμέτρητες σελίδες την κοιτούσαν κυριολεκτικά αφ' υψηλού, αφού ήταν καρφωμένη στον τοίχο. Κοίταξε και τη φάτσα της στον καθρέφτη.Ναι , είχε δίκιο εκείνη η κωλόγρια με το ανακριτικό βλέμμα, η ηλικία φαίνεται στα μάτια. Κι ας μικροδειχνεις σκανδαλωδώς. Η κούραση , η έλλειψη αγάπης , η έλλειψη γενικώς, φαίνεται στα μάτια. Κοίταξε και τη φωτογραφία της αγάπης της που κουβαλούσε πάντα μαζί της, χειλάκι λαχταριστό πετροκέρασο κι ένα βλέμμα όλο καλοσύνη. Ένιωσε την απόγνωση να της ξεριζώνει την καρδιά.
Η Τέχνη, μπορεί να είναι διαρκέστερη και άφθαρτη αλλά δεν μπορεί ν'αναπληρώσει το άγγιγμα, την αγκαλιά, τον παροξυσμό και τη λαχτάρα που νιώθεις ότνα σε περιβάλλει σάρκα, η λατρεμένη σάρκα.
Πως το έλεγε εκείνο το σλόγκαν; "Καλύτερα ένα φρικτό τέλος, παρά μιά φρίκη δίχως τέλος".

Δεν άφησε ούτε διαθήκη ούτε απολογητικό σημείωμα. Μόνο το τελευταίο χειρόγραφό της. Οι ευρώντες θ'αποζημιώνονταν σίγουρα.
Μετά από μιά δύο μέρες, η αδελφή της περασε επιτέλους να τη δει, και για πρώτη φορά χρησιμοποίησε το εφεδρικο κλειδί που της είχε δώσει. Δεν ήξερε καλά καλά κι ίδια γιατι εκείνη τη μερα αποφασισε να μπει ακάλεστη. Τη βρήκε με τα μάτια ορθάνοιχτα να αιωρείται στο μονόζυγο της κάσας της πόρτας. Σαν τη Τζάνετ τη σβερκοτσακισμένη. Το cd ειχε κολλήσει στο run των Snow Patrol.
Σαν υπνωτισμενη, σα να παρακολουθουσε ένα έργο τρόμου, έψαξε με τα μάτια για κάποια εξήγηση. Πάνω στο γραφείο της νεκρής είδε τυπωμένο ένα μυθιστόρημα, το δικο της.
'Ενα στρείδι στο βυθό ήταν ο τίτλος του. Στην επόμενη σελίδα διάβασε την ακόλουθη φράση:
Γι αυτόν που μου είπε εκείνο το, γεμάτο αποδοχή, επιτέλους.



auburn Kate

( να μπορουσαν να ζωντανεψουν οι ζωγραφιές, ELIZABETH PEYTON-Ben drawing )