Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2008

Ακτινογραφία

"Θέλω να γράψω κάτι πολύ ερωτικό για σένα".
Το ξεστόμισε με όσο θάρρος είχε στην τσέπη της και το απάλυνε μ' ένα διστακτικό γελάκι. Κανονικά, θα' πρεπε να έχει πράξει αντίστροφα- πρώτα ο δισταγμός, μετά η εφόρμηση.
Δεν το σχολιασε λεκτικά εκείνος. Απλώς γέλασε, ένα γέλιο παρασκηνιακό, σαρδόνιο, το έλεγε πως έχει το γέλιο του Ρισελιέ, ασχέτως αν δεν είχε δει ποτε τον φιλόδοξο κληρικο στη ζωή της. Ένα γέλιο μπαλαντέρ. 'Οποτε συζητούσαν και η κουβέντα έσπαγε το λουρί της και άρχιζε να τριγυρνάει σε επικίνδυνα μέρη, το γέλιο του γινόταν χωροφύλακας.
" Το θέλω πολύ, δε σου ζητάω την άδεια, στο ανακοινώνω απλώς. Πρέπει να το κάνω, αλλιώς ό,τι νιώθω θα κακοφορμισει, θα σαπίσει και θα πεθάνω. Τόσο απλό είναι. "
" Δηλαδή είμαι ένα είδος αντιβίωσης;" τη ρώτησε περιπαικτικα.
" Ακριβώς. Με το να εκτονωθώ επί χάρτου, δε θα θρηνήσεις θύματα."
Καλά, καλά δεν είχε καταλάβει γιατι ακριβώς του το ανακοίνωνε. Ενδόμυχα, το γούσταρε που το το έλεγε. 'Ηθελε να ξέρει εκείνος ότι την ενέπνεε. Την ερέθιζε διανοητικά.
" Εντάξει λοιπόν- δηλαδή σ' ευχαριστώ, δηλαδή αυτό είναι πολύ κολακευτικό. 'Οχι όνομα όμως. Μόνο φυσιογνωμικά να με κράξεις ε; Μην γράψεις τ' 'ονομά μου."
Τον άκουγε και το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανισει το τηλέφωνο, την απόσταση ανάμεσά τους και τη δειλία της, και να βρεθεί μπροστά του. Να του δείξει με τα χέρια και τα χείλη της αυτά που θ'αποτύπωνε στο χαρτι σαν γνήσια κότα... Για ένα λεπτό, μισησε τη λογοτεχνία, μίσησε τις λέξεις, το νου.
Γιατί να μην μπορούμε να ζήσουμε αυτό που που γράφουμε; Ποσοι συγγραφείς ανάπηροι κατ'ουσίαν, δεν οργίαζαν με την πένα τους, για να γυρίσουν μετά ανακουφισμένοι στο κλουβί της συμβατικής ζωούλας τους; Η διπλή ζωή θριάμβευε ανά τους αιώνες. Πως θα ήταν ένας ανεστραμμένος κόσμος; Να έχουμε το θάρρος να ζουμε την ακρότητα, το πάθος, την παράνοια, και να διστάζουμε κατόπιν ν' αντιγράψουμε τον εαυτό μας στο χαρτί; Να τρέμουμε την αέναη επανάληψη της όποιας πράξης μας;
Παραληρούσε σιωπηλά. Μιλούσαν μία ώρα σχεδόν. Παρατηρούσε τον εαυτό της να κρύβεται πισω από λεκτικά καμουφλάζ. 'Εκοβε απ΄τη μια φράση, στρογγύλευε την άλλη, λείαινε τις τραχιές γωνίες. Αλλά βαρέθηκε πιά.
" Αν γράψω για σένα, θα είναι μεταμφιεσμένο γλυκέ μου. Μόνο εσύ θα γνωρίζεις την αλήθεια. Τη ρίζα και το βάθος της έμπνευσής μου. Εκεί που οι υπόλοιποι θ'αναλώνονται σε εικασίες, εσύ θα καθρεφτίζεσαι μωρό μου. "
Κουβέντιασαν λιγο ακόμη. Τρυφερές σαχλαμάρες. Αυτός αξιοπρεπέστατα παρέκαμπτε την άτυπη αναγόρευσή του σε ηγερία της. Τι μπορούσε να πεί άλλωστε; Χρειαζόταν να πει κάτι; Γιαυτό τον αγαπούσε- επειδή δεν άφηνε τις ενθουσιώδεις ευχαριστίες να μολύνουν τη σεμνότητά του. Μιλούσαν και ήδη αυτή είχε χωριστεί στα δυό. Ο μισός εαυτός της χαιρόταν που θα γεννούσε πάλι ένα αληθινό ψέμμα, ο άλλος μισός προσπαθούσε να ζήσει το τώρα, που ήδη είχε παρέλθει. 'Επρεπε να κλείσουν. Ο χρόνος άρχισε να τους δαγκώνει άγρια.
" Μόλις το τελειώσω εσύ θα το διαβάσεις πρώτος. Το δικαιούσαι. Ας δεχτώ το πρώτο φάσκελο από έναν αγαπημένο τουλάχιστον" , ξόρκισε μία ξαφνικη θλίψη που τριγυρνούσε πάνω απ΄τη διάθεσή της.
'Εκλεισαν το τηλέφωνο και δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα. Κλαψιάρα ηλίθια-αυτό είσαι. Κατσάδιασε τον εαυτό της. Για πόσο ακόμη θα ζεις μέσα στο κεφάλι σου; Θα πάθεις ασφυξία ρε ζώον!
'Αρχισε να σκίζει με μανία όποιο προσχέδιο είχε σκαρώσει πάνω στο κείμενο που του υποσχέθηκε. Μια ζωή ζούσε παρατηρώντας. Δεν ζούσε. Ζούσαν οι υπόλοιποι , οι ανυποψίαστοι ανέμελοι για λογαριασμό της. 'Ετσι νόμιζε, πως οι υπόλοιποι ήταν απαραιτήτως ανυποψίαστοι. Ως εδώ ήταν. Θα έκανε το αντίθετο πλέον. θα παρατηρούσε ζώντας. Αν είχε την ικανότητα να κάνει τα πράγματα να συμβαίνουν στο χαρτί, γιατί να μην μπορεί να μιμηθεί τα λογια της; Σα να παρακολουθούσε μια ταινία και να ταυτίζεται με κάποιο απ΄τα πρόσωπα.
Τι είχε γραψει ο Φλωμπέρ τον Ιούνιο του 1867 στη δεσποινίδα ντε Σαντεπί; "Διαβάστε για να ζήσετε".
Ε, τώρα λοιπόν αυτή είχε επεκτείνει τη "διαταγή" και στη γραφή. Κι έπρεπε επειγόντως να την αντιστρέψει. Η δίποδη μηχανή καταστροφής εγγράφων βούτηξε στην μπανιέρα. Κατόπιν φόρεσε το αγαπημένο της μαύρο στενό παντελόνι. Κι ένα μαύρο βελουτέ πουκάμισο. Κι ένα δαχτυλιδι με μαύρη πολυεδρική πέτρα. Το λευκό της δέρμα και τα καστανοκόκκινα μαλλιά θα φώτιζαν αρκούντως το σύνολο.
Πήρε την τσάντα της και πριν κλειδώσει την εξώπορτα, του ξανατηλεφώνησε. " 'Ερχομαι εκεί. Τώρα. Η συγγραφέας σου έχει ανάγκη να ζήσει. Το κείμενο μπορεί να περιμένει μέσα στο κεφάλι μου, εγώ όμως όχι. "

στη μάγισσα που με ανέχεται

auburn Kate

[ γοητεία έδωσες, γοητεία θα λάβεις, Sir EDWARD BURNE-JONES- The Beguiling of Merlin(Merlin and Vivien) ]