Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2008

Ονειρεύτηκα πως ήμουν ζωντανή

Ξύπνησε από μέσα της. Σα να επέστρεψε από ταξίδι, και εντελως κουρασμένη σωριαζόταν στο στρώμα. Τώρα όμως ένιωθε πως άκουγε στο βάθος του μυαλού της; του διαδρόμου; φωνές, ομιλίες. Είχε γυρίσει.
Ο εγκέφαλός της δεν την ενημέρωσε αμέσως για τον διαπεραστικό πόνο. Πονούσε λοιπόν, φρικτά, αλλα τα μάτια της παρέμεναν βαριά κι ανυπάκουα στις διαταγές της. Αν ήταν ξύπνια, σημαίνει πως τελείωσε η δοκιμασία, αλλα αν τελείωσε, γιατί ένιωθε να της κόβουν τα πόδια και κατόπιν να τη ραβουν ταχύτατα εκει που έκοψαν; Ο πόνος της κορόιδευε- δεν ήταν στα πόδια, ήταν παραπάνω. 'Ηθελε να ουρλιάξει, να πεταχτεί απ΄το κρεβάτι-τραπέζι, και να φύγει από κει μέσα. Αντί αυτού, συνέχισε να πονάει ανομολόγητα, να νιώθει τον αντίκτυπο του νυστεριού στα γόνατά της, ενώ αυτό την έπληττε αλλού. 'Ακουγε καθαρά τώρα τή στιχομυθία, σκανδαλωδώς καθαρά.
Τί διάολο; σκέφτηκε, ναρκωμένη δεν είμαι; Πρέπει ν'ακούσω, να συγκεντρωθώ στα λόγια τους, πρέπει να......
Βυθιζόταν πάλι στη ναρκωτική αποχαύνωση, ενώ μιά ακρούλα της συνείδησής της, είχε ήδη προλάβει να σηκώσει βουβό πανώ: να προσέξω τι λένε- για μένα λένε.
" Νάτο! Εμπρός ,κόψτε το."
" Όλο;"
"Ναι ρε παιδιά, όλο. Καθαρό είναι. Καθαρό είναι παιδιά. "
'Αρα δεν είναι καρκίνος, τη γλύτωσα.
Μέσα στον ψεύτικο ύπνο της, χαιρόταν που άκουγε, χαιρόταν που ο γιατρός της δεν χρειάστηκε να σκοτώσει τέρατα. Αλλά ο πόνος την είχε παραλύσει. 'Ενιωθε την εγχείριση.

"Είσαι μικρή και τριανταφυλλένια, ακούς; Όταν ξυπνήσεις, να ζητήσεις απ΄τη μαμά σου παγωτό."
Η μαμά της. Η μαμά της έπρεπε να κολλησει πρώτα δύο σπασμένα πλευρά, για να ικανοποιήσει το αίτημά της. Δεν ήταν εκεί. Αυτός όμως ήταν. Πριν χαθεί με το φορείο, στο απαίσιο υπόγειο, τη φίλησε στα χείλη- ήταν ηδη υγρά απ΄τα δάκρυά της. Αυτά μίλησαν για λογαριασμό της. Φοβάμαι αγάπη μου. 'Ενιωθε το χέρι του στο γυμνό της μπράτσο, κι επνιξε το κλάμα που ερχόταν πάλι.

'Ανοιξε ξαφνικά τα μάτια της. Είδε δίπλα στο προσωπό της ένα γυναικείο χαμόγελο να την κοιτάζει. " 'Ετσι μπράβο κουκλίτσα μου. 'Ελα, ξύπνα, τέλειωσε, αυτό ήταν. Μην κλαις κοριτσάκι μου, γιατί κλαίς; Αφου τελείωσε. Μην κλαις χαρά μου. "
Το χέρι της αναισθησιολόγου, αυτή δεν ήταν; χάιδευε καθησυχαστικά το μουσκεμένο μάγουλό της. Τότε κατάλαβε που ακριβώς είχε στρατοπεδεύσει η φρίκη. Τα μάτια της μισοείδαν αυτό που την προηγούμενη ώρα έκρυβε επιμελως η νάρκωση. Ξεχειλωμένο στόμα έχασκε ανυπεράσπιστο, μ' εναν πλαστικό σωλήνα σφηνωμένο μέσα του. 'Ενιωθε ελαστικες γάζες και αυτοκόλλητες ταινίες να την κρατούν ακίνητη σε μία έκφραση αιώνιου τρόμου.
Τότε, μαζί με τη συνειδητοποίηση ήρθαν όλα πίσω. 'Εκλαιγε. Κατάλαβε τι ακριβως είχε πάθει και η μονη αντίδραση που της επέτρεπε η καθήλωση ήταν ένα βουβό κλάμα. Πνιγόταν. Το άναρθρο έτσι κι αλλιώς κλάμα, έγραφε ήδη πάνω στα μάγουλά της ένα "βοήθεια, πονάω ".
" Έλα κοριτσάκι μου", η αναισθησιολογος επέμενε, πιστή στο καθήκον.
'Ενα ξένο δάχτυλο πίεσε ελαφρά το μέτωπό της, στη γραμμή της χαρμολύπης. "Μη ζαρώνεις το μέτωπό σου μικρή, θα κάνεις ρυτίδες". Ο γιατρός της δεν ανησυχούσε, τον πρόδωσε το χιούμορ του.
Η επώδυνη απορία που δεν μπορουσε να εκφραστεί, την τσάκιζε περισσότερο απ΄όλα.
Είμαι στο έλεός τους.
Κοιτούσε την αναισθησιολόγο με άδειο βλέμμα όλη την ώρα. Και τότε αποφάσισε πως δεν ήθελε άλλο. Το κεφάλι της έγειρε να φιλήσει τον ώμο της, και ξανάκλεισε τα μάτια.
" Γιατρέ! γιατρέ! τη χάνουμε! γρήγορα οξυγόνο !"
'Ενιωσε πολλά αγχωμένα χέρια να μαλάζουν αυτο το κορμί που πριν λίγο είχαν βαφτίσει μικρό και τριανταφυλλένιο. Προσπαθούσαν να τη ζωντανέψουν. Δεν ήθελε άλλο. 'Ενιωσε ανεξήγητα γαλήνια, και είδε ταινία μικρού μήκους τον εαυτό της, όπως ήταν χτες βράδυ. Ξαπλωμένη μπρούμυτα, γυμνή, σε ζεστό δωμάτιο και μ΄ενα σεντόνι να προστατεύει απαλά τους γοφούς της. Αναστέναξε ηδονικά μεσα σε χασμουρητό και γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος του βαθουλώματος δίπλα της που ανακτούσε τον κατοχό του. Τα δάχτυλα και τα χείλη του χάιδευαν τη σπονδυλική της στήλη. Ανάσαινε το άρωμά του και γύρισε στο πλάι, για να τον αγκαλιάσει με το σώμα της. Βούτηξε στις δύο πράσινες λίμνες μερικά εκατοστά μακριά της.
" Φοβάμαι μωρό μου- φοβάμαι πολύ".
" Σσσσστττ. Το ξέρω. Όλα θα πάνε καλά. θα είμαι εκεί οταν ξυπνήσεις μωρό μου. Θα είμαι εκεί. " Κοιμήθηκαν σε μια σφιχτή αγκαλιά με τον φόβο να διεκδικεί ολο και περισσοτερο κορμί. Δεν ήθελε να ξημερώσει.
'Ενα αφόρητο παράπονο τη χτυπησε τώρα δα. Γιατί δεν άνοιγε τα μάτια της; Γιατί; Τα βλέφαρά της παρέμεναν χαμηλωμένα. Σφάλισε ολα τα παράθυρα, κατέβασε και το τελευταίο ρολό και θυμήθηκε, μία μνήμη που αντιστεκόταν στην αναχώρηση, την εισαγωγή απ΄το τραγούδι που της είχε υποσχεθεί οτι θα έπαιζε για χάρη της. 'Οταν θα αναρρωνε. Αυτό όμως δεν θα συνέβαινε. 'Οχι αυτή τη φορά. Η παράσταση έλαβε τέλος.

Μια φιγούρα μαυροντυμένη, σκίζει με την ατμοσφαιρική φωνή της το παραπέτασμα,
I suppose that I'm all right now....

auburn Kate

( ...πως θάνατος σου πρέπει στο νερό..." JOHN EVERETT MILLAIS- Ophelia )