Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2007

ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΗ

Μισοσηκώθηκε αργά, προσέχοντας να μην τον ξυπνήσει. 'Ηθελε και δεν ήθελε να σηκωθεί. Αν έμενε ξαπλωμένη δίπλα του, δεν θ' απέφευγε να παραδοθεί πάλι στον πειρασμό να του ξανακάνει έρωτα.
Το επεξεργάστηκε για 3-4 δευτερόλεπτα. Παρέμεινε ξαπλωμένη. Κούρνιασε στην αγκαλιά του, όπως ήταν κοιμισμένος ανασκελα, κι άρχισε να τον φιλάει. Εκείνος αναστέναξε μέσα στον ύπνο του, δεν άνοιγε τα μάτια του όμως, προτιμούσε να μην ξέρει αν το ζούσε αυτό ή το ονειρευόταν. 'Ηταν τόσο ζωντανό, οι ανατριχίλες στο κορμί του ήταν απέραντα αληθινές, αλλα κάτι τον κρατούσε δέσμιο του ύπνου.

".......Σιμέλα...."
"Ναι μωρό μου, εδώ είμαι" τον καθησύχασε εκείνη, αλλα αφού τον ξαναφίλησε, διαπίστωσε πως είχε ήδη ξανακοιμηθεί.


Τελικα σηκώθηκε, εκείνος αναδεύτηκε και μέσα στον ύπνο του έψαχνε για το σώμα της.
Η Σιμέλα τυλίχτηκε μ' ενα σεντόνι κι εφοδιασμένη με ένα ποτήρι νερό, κάθισε στην στρογγυλή πολυθρόνα κοντα στην μπαλκονόπορτα, σ' αυτήν που είχαν κουνηθεί εξαίσια χτες βράδυ. Και μετά, για να εμπεδώσουν την ηδονή, το επανέλαβαν σε καθε επίπεδη επιφάνεια που υπήρχε στο δωμάτιο.Κουλουριάστηκε πάνω της και βάλθηκε να τον παρατηρεί. Τον κοιτούσε και προσπαθούσε να καταλάβει πως διάολο είχε βρεθεί μέσα σε τέτοιο κυκεώνα. Υποτίθεται πως ειχε ξεκαθαρίσει τη θεση της- " είσαι παντρεμένος Κωνσταντίνε, κι έχεις και παιδί! 'Αρα είσαι σε ομαδα υψηλού κινδύνου. Εγώ με παντρεμένους δεν...... συνδιαλέγομαι ερωτικά."


'Οταν του το είπε, αυτός γέλασε. "Γιατί, οι παντρεμένοι δεν έχουν ψυχή δηλαδή; Τι είναι οι παντρεμένοι;"
" Δεν ξερω τι έχουν, πάντως σίγουρα δεν έχουν χώρο για μένα " του απάντησε. 'Είστε άτιμη φάρα, παραδέξου του" , συνέχισε το μανιφέστο η Σιμέλα.
"Φλέρτ μέχρι τελικής πτώσης κι όταν δείτε ανταπόκριση, μου τρέχετε πανικόβλητοι στη σύζυγο -καβάτζα. 'Οχι αγορακι μου, διάλεξε. Χώρισε, και μετά τα ξαναλέμε."


Σήκωσε το αριστερό της χέρι και φασκέλωσε τον εαυτό της. "Οι διακηρύξεις σε μάραναν, ζώον" του είπε.


Υποτίθεται πως ήταν μια πολύ παθιασμένη, εκτονωτική συνεύρεση. 'Ενα ποιοτικο γαμήσι. Είχε αρχίσει ν' αμφιβάλλει πλέον αν ήταν μόνο αυτό...


Τώρα εκείνος κοιμόταν, ποιός ξερει σε ποιόν μακάριο πλανήτη διακτινισμένος κι αυτή τον κοιτούσε, προσπαθώντας να χαράξει μεσα της τα χαρακτηριστικα του, γιατί το αποφάσισε- τελευταία φορα ήταν. Αν θέλει να κάνουν μία πολύ τρυφερή παρέα, εντάξει, αλλα το δικο της υπογάστριο δεν θα το ξαναγευόταν όσο ήταν παντρεμένος. 'Εδιωξε ενοχλημένη αυτή τη σκέψη και ξαναπήγε κοντά του. Ξάπλωσε δίπλα του, το χέρι της άρχισε μία μικρή διαδρομή στον ώμο του, παρατηρούσε πάλι το πρόσωπό του. Τη ρύτίδα που αναπαυόταν προκλητικά δίπλα στα χείλη του. Αυτά τα υπέροχα, φιλήδονα χείλη του. Θυμήθηκε το ταξίδι τους πάνω της και ρίγησε.

"Που πάς όταν κοιμάσαι γλυκέ μου; Θέλω νά' ρθω κι εγώ."



Δεν άντεχε να του το πεί, αλλά έπρεπε. Δεν είχε καμιά διάθεση να είναι ο τρίτος άνθρωπος. Τον ήθελε δικο της. Ολόδικό της. Χάιδεψε τη ρυτίδα δίπλα στο στόμα του κι άρχισε να τον φιλάει, απαλά στην αρχή, η πίεση των χειλιών της άρχισε να δυναμώνει τώρα. Τον ήθελε κι άλλο. Δεν τον χόρταινε.
"Σερβίρετε πρωινό στο κρεβάτι;" τη ρώτησε σβησμένα, ξύπνησε επιτέλους.
Ξαναέκαναν έρωτα σα να μην είχαν ξανακάνει. Εκείνη ένιωθε σα να ήταν η τελευταία φορά. Αργότερα, ξαπλωμενη πάνω του, ανασηκώθηκε και αφού τον κοίταξε γι' αρκετή ώρα, πρόφερε τη μαγική φραση: " Τελειώσαμε Κωνσταντίνε".

Την κοίταξε απορημένος. " Τι έχεις σήμερα; Συνέβη κατι στη δουλειά πάλι; Τι εννοείς; Τι τελειώσαμε και μαλακίες μου τσαμπουνάς;"

Ο τόνος της φωνής του την εκνεύρισε τόσο που πήρε περισσότερο θάρρος. Περίεργο, γιατί η φωνή του, αυτό το τέμενος λάγνας βραχνάδας, ήταν το αποτελεσματικότερο διεγερτικό.

"Αυτό που κατάλαβες μωρό μου.Τελειώσαμε. Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση. Οταν ξεκαθαρίσεις με ποιά θελεις να είσαι, πες μου. Υπηρέτης δύο αφενταδων δε γίνεται, γίνεται;"

Σηκωθηκε και τον άφησε με τις απορίες του. Εκείνος πετάχτηκε απ΄το κρεβάτι και την άρπαξε απότομα.

" 'Αφησέ με γαμώτο, τρελάθηκες;"

" Γιατι που να πάρει , μου είπες να έρθω λοιπόν; Γιατί;Αφου δεν μπλέκεις με παντρεμένους;"

"Εσύ γιατί ενέδωσες; Εβλεπες, ενιωθες πως οδέυουμε ολοταχώς για πήδημα και δεν το πολέμησες Κωνσταντίνε. Γιατί; Αλλωστε εγώ είμαι..."

"Εσύ είσαι τί;" Της κρατούσε τα χέρια πάνω του, κι αυτή προσπαθούσε να ξεχάσει ότι άγγιζαν το δέρμα του, το κορμί του. "Ηταν τόσο κοντά. Μία έτσι να έκαναν και τα σεντόνια θα ξαναθυμοντουσαν την ιστορία που διάβασαν χτες.
Κοίταζε τα ματια του, τα χείλη του, αυτό το λυγερό κορμί που έτρεμε δίπλα της , πάνω της, κατω της χτες.

" Είσαι τί;"
"Είμαι ερωτευμένη ρε διάολε, εντάξει; Αλλα δεν έχει σημασία. Τώρα τι σημασία έχει; Αν δεν χωρίσεις, δε θα ξαναιδωθουμε έτσι. "
"Καλά, την επόμενη φορά θα το κανουμε φορώντας μάσκες" ,την πείραξε γελώντας.
"Γαμώτο, δεν καταλαβαίνεις;" φώναζε τώρα, προσπαθουσε να συγκρατήσει το κλαμα που ερχόταν να πνίξει τα λόγια της.
"Φύγε Κωνσταντίνε, τώρα! Εξω από δώ. Τελειώσαμε."
Του γύρισε την πλάτη αλλα ταυτόχρονα είχε έναν αόριστο φόβο μήπως αντιδράσει εντελώς αταβιστικά, μηπως θυμηθεί τον κακώς εννοούμενο ανδρισμό του..
" Ας τολμήσει...." σκέφτηκε.
"Φύγε τώρα, Για να μην χοντρύνει η πλάκα. Ενήλικες είμαστε.Στο ξαναλέω,αν δεν χωρίσεις, εγώ μαζί σου δεν θα είμαι."
Αρχισε να μαζεύει τα σκορπισμένα ρούχα της, τα δικα του τ' αγνόησε. Προσπάθησε να φερθεί σαν ιδιοκτήτρια του σπιτιού της. Εκείνος άνοιξε το ραδιόφωνο. Οι Bad Company πλημμύρισαν το δωμάτιο. Ready for love...
Καθισε γυμνός στο κρεβάτι και την κοιταξε μ' ενα περίεργο βλέμμα. "Χώρισα αγάπη μου. Χτες βγηκε η απόφαση. Το παιδί το πήρε αυτή. θα το βλέπω καθε Σαββατοκύριακο."
Πήγε ξαφνικά κοντά του και του άστραψε ένα χαστούκι. Εκείνος έκπληκτος ετοιμάστηκε ν' ανταποδώσει. Να λοιπόν που δύο άνθρωποι θα παλευαν με το μόνο πραγμα που τους ανήκε αληθινά. Το κορμί τους.
" Τι είπες;!!! Γιατί δεν μου το έλεγες νωρίτερα; Τόσες μέρες έκανες το κορόιδο, είσαι ένα ελεεινό καθίκι. "
Αρχισε να τον χτυπάει απαλα με σφιγμένες γροθιές, και ταυτόχρονα πιεζόταν να μην αντικαταστήσει τις γροθιές με φιλιά.
"Κάθαρμα, πως μπόρεσες να μου το κρύψεις;"
"Στο φύλαγα για έκπληξη ρε μωρό, ηρέμησε!"
"Δεν είμαι μωρό" του αντιγύρισε με απίστευτη ψυχραιμία, "και σίγουρα δεν είμαι το μωρό σου".
"Μα...."
" Τέλος Κωνσταντίνε. Ξενέρωσα. Πήγαινε στην πρώην γυναικούλα σου, σίγουρα τώρα θα σε δεί με άλλα ματια."
..........................

Του έσφιξε το χέρι κι ένιωσε μία έξαψη να την υπονομεύει.
"Κύριε Αρχοντίδη, να σας συστήσω την κυρία Πέτρου. Θ' αναλάβει την υπόθεσή σας. Εμένα θα μου επιτρέψετε, πρέπει να φύγω."
Αυτός ήταν λοιπόν ο νέος πελατης. Τοση ώρα τον παρατηρούσε. Κι αυτός όμως δεν τσιγκουνευόταν τις ματιές του. 'Ηταν τόσο όμορφος.
"Χαίρω πολύ"
" Κι εγώ. Νομιζω πως σας ξέρω από κάπου" της είπε ο Κωνσταντινος, ανταποδίδοντας εγκαρδια την χειραψία.
"Αληθεια; 'Ισως γνωριζόμασταν σε μια άλλη ζωή" του είπε αδιαφορα, και όλη η σκηνή στο μυαλό της έσκασε, σαν σαπουνόφουσκα.

auburn Kate

( για ένα βλέμμα -καρφί κάντε κλικ εδώ TAMARA de LEMPICKA- the Green Turban)