Τρίτη, 29 Μαΐου 2007

ΕΓΩ ΔΕΝ ΞΕΡΩ....

Απλως ένιωσα την αναγκη να σκεφτώ δυνατά, εδώ, δε με νοιάζει τι εντύπωση θα κανει, θα ήθελα να έχω περισσότερη έμπνευση σήμερα, να το εξωραϊσω περισσοτερο, αλλα ίσως τα πολλα φτιασίδια να το κανουν αγνώριστο..
Εχω αρχίσει να πιστεύω πως η ιστορία των blogs είναι πιό σοβαρή,πιό επιδραστικη, πιό "επικίνδυνη" απ΄ό,τι νομίζαμε ενδεχομένως, νόμιζα, νομιζαμε ,νομίζατε.
Απλως ο Εν Υπνώσει, για τρίτη φορα τον επικαλούμαι ως το δαιμόνιο που μου έβαλε ιδεα στο κεφάλι, δεν μουτρωσες ε;, ξεκίνησε μια προβληματική, και μετα όλοι εσείς, εμείς που του απαντήσαμε. Και διαβαζα τις απαντήσεις σας και ξαναδιαβαζα τις δικες μου, και συνεβη και κατι άσχημο τις προηγούμενες ημέρες, πόσο το θυμόμαστε με τέτοιο ήλιο και με τα καλοκαιρινά αξεσουάρ να γνέφουν και να φωναζουν " μας βλεπετε; πότε θα μας φορέσετε; ποτε θα γυμνώσετε τα κορμιά σας, να τα φιλησει ο ήλιος;"

Δεν ξέρω, νιώθω μια περίεργη θλίψη, σα να είχα στα χέρια μου ένα υπέροχο δώρο, που υποσχόταν πολλά και ξαφνικα μετατραπηκε σε μικρό εφιάλτη. Αρχισε και με προβληματιζε που με χαροποιούσε τόσο, ένιωθα εξοριστη που δεν μπορούσα να επικοινωνήσω μαζί σας το Σαβατοκύριακο, αυτη η γαμημένη βροχή με αποσυντονίζει και βγαζει στην επιφανεια ό,τι θελω να κρύβω. Ενιωθα σαν αποβλητη, "τώρα" σκεφτομουν "ποιός ξερει τι ανεβασαν πάλι τα παιδια, θα σχολιάζουν, θα πειράζονται μεταξύ τους, κι εγώ ο μαλακας, θα περιμενω την Τρίτη να τα δώ, να σχολιάσω, να τους πω: εδω είμαι! μη με ξεχνατε μωρέ!"
Ξερω πως θα γελασετε μ' αυτό το "εξομολογητικό" ποστ. Δε με νοιάζει.
Με "τρώει" μερες τώρα όλο αυτο το φαινόμενο των blogs, και ενω νομιζα πως είχα ξορκίσει ή εστω ειχα υπό έλεγχο τις σκέψεις μου γιαυτό, κάτι έγινε, μία συζήτηση, και άντε παλι απ΄την αρχή. Και σας το λεω να το ξερετε, o Εν Υπνώσει,κοιμαται μονο φαινομενικά, ποιός ξερει τι ετοιμαζει παλι κατω απ΄τα κλειστα του βλέφαρα.

Απλως ήθελα να το πω αυτο. Να πω δυνατά, ότι η ανθρώπινη επαφή, είτε διεξαγεται στον "φυσικό της χώρο", δηλαδή δια ζώσης, με όλους του κινδύνους που συνεπαγεται αυτό, είτε γίνεται στο άοσμο, και θετικιστικό περιβαλλον των υπολογιστών, μαλλον αυτο που θελει να περάσει σε μας, το περναει. Αν δεν μιλουσα μαζι σας εδώ, αν δεν φανταζομουν εσας οταν γραφω τις αηδίες που γραφω, δεν θα ήμουν ίδια. Αλήθεια. Και αν θελετε το πιστεύετε. Δε με νοιάζει. Αυτοι που έχουν "δεί" κατι από μενα, ελπίζω καταλαβαίνουν. Και εγώ ξερω μόνο πόσο θελω να καταλαβουν...
Θα κλεισω με μια φραση της Αμαντας Μιχαλοπούλου απ΄το μυθιστόρημά της το Γιαντες, την αγαπω πολύ αυτή τη φράση: " Η Αθηνά ποθεί να προσφέρει τον εαυτό της, αλλα δεν ξερει πως. Μαθαίνεται άραγε αυτό;"

( στην αγαπημενη μου blog-τετράδα.Ειναι πολύ μικρό το ευχαριστώ.)

auburn Kate

( και η απαραίτητη εικαστική συνοδεία, τί; έτσι θα σας άφηνα; εδώ κρύβεται η Thisbe-J.W.WATERHOUSE)

ΣΥΝΑΞΗ ΑΡΝΗΣΕΩΝ

Δεν έχω σώμα- είμαι το άδειο σχήμα της μοναξιάς,της στερησης
και του Ανεκπλήρωτου,

είμαι το σήμα κινδύνου που η ύαινα αψηφά,

πέφτοντας πανω μου για να με κατασπαράξει΄

καθε φορά που γίνεσαι μία πελώρια αδιαφορία.


Δεν έχω μελλον- ένα φθαρμένο παρόν έχει θρονιαστεί μπροστά

στην πόρτα μου, μου φράζει το δρόμο-

"δεν υπαρχει ευκαιρία για σένα" , μου λεει,

"τέλειωσαν οι προσφορές".

Αλλα και τ' ακριβά πρόσωπα τα πήραν άλλοι,

με περίσσια θάρρους κι εξωστρέφειας,

θάρρους κυρίως.




Δεν έχω άλλη να ποθήσω. Δεν ξέρω που κοιτάζουν τα μαύρα

τετράγωνα μάτια σου.

Αυτή τη στιγμή, μία κατεδάφιση λαμβάνει χώρα,


κι εσύ δεν βλέπεις τίποτα, τίποτα δεν ακούς.

Η σκόνη μου στροβιλίζεται μακριά σου,

δεν ενοχλεί τους αδένες της ευτυχίας σου.

Δεν βλέπεις τίποτα, γιατί δεν υπάρχει τίποτα να δείς.

'Ενα σώμα περπατάει, μόλις που κοντοστέκεται για ν'αλλάξει βηματισμό

κι εγω παλεύω να το κρατήσω να μην πέσει και θρυμματιστεί.



Δεν βλέπεις τα νερα που παραφυλάνε

έξω απ΄την ηρεμία μου

και μόλις αποκοιμηθεί, μπουκαρουν με όλη τους την αλμύρα.


Δεν ακούς τα "μίλησέ μου", τα "πες κάτι",

που ψιθυριζω νοητά καθώς σε βλέπω- δεν τολμώ να φωνάξω- οι νεκροί δεν φωνάζουν,


περιμένουν μόνο ένα σπλαχνικό ή τρομαγμένο χέρι να τους στείλει κάτω.




Δεν σε κοιτάζω ακριβώς,

περνώ θαρρετά απο μπροστά σου

αλλα βαδίζει δίπλα μου ο φόβος,

κανει διασκελισμούς για να προλαβει το "γειά" που ετοιμάζεται να διασχίσει τα χείλη μου.


Μόλις βγάλει το κεφαλακι του σε χαιρετισμό, ο φόβος μπαίνει μπροστά του όλο φούρια


κι εγώ σε βλέπω μισή.

Μόνο η γωνία του ματιού μου ξεφεύγει

απ΄την αγκαλιά του και σκοτεινιάζει απ' την μαυροντυμένη όψη σου.





Δεν έχω όπλο να επιδείξω, μιάν ασπίδα.

Ολες βρίσκονται στην αποθήκη,

για σένα έγινα ρίψασπις.

Γιατί μ' αφήνεις να ματώνω έτσι πάντα;

τόσο αίμα...




Δεν έχω μνήμη- δεν έχω πρόχειρη καμιά απόρριψη

ν' αντιτάξω στη σκληρότητά σου.


'Ολα τα "όχι" σου βρίσκονται στο βυθό της θαλασσάς μου,

όταν βουτώ, τα βλέπω μα δεν τ'αγγίζω.



Βαρέθηκα να βουτώ για τα κοινόχρηστα "όχι " σου.

Αυτά όμως με χτυπάνε καθε μέρα, καθε μέρα.

Κι εγώ συνεχίζω να μένω εκεί, στα γόνατα.

'Εχω χτυπήσει, σαν πρώην βρέφος,

το τραύμα δεν επουλώνεται,

δεν το φροντίζω κι εγώ.

Μου δίνει αφορμη για να κλαίω,

να θυμαμαι πως το σαρκίο μου είναι παρόν.




Δεν θελω όμως να κλάψω. Θελω να σε δω

να βγάζεις από πανω μου τη μοναξιά,το φόβο

και τη στέρηση- μία, μία, ή όλες μαζί- αδιαφορο.


Να μ' αφήσεις μόνο το πάθος και τον ισόβιο αναπληρωτή του.

Αυτον που κρύφτηκε ανάμεσα στους τέσσερις τροχούς του "δεν" σου,

αυτον που βρίσκεται καρφωμένο στον μεσσαίο σταυρό του "όχι" σου.




'Ολη σου η άρνηση, πολεμάει χρονια τώρα

τη δικη μου επιμονή.

Δεν ξερω,δεν βλέπω ποιά νικάει.

Τρώω συνέχεια μεγαλες μπουκιές πόνου

και κοιτάζοντας συχνότερα το πιάτο μου,

παρά τη μάχη

θα χάσω σίγουρα την έκβαση.






(χάρισμα στον 2Σχ2, να προικίσει τον εγκλωβισμένο, στην εφιαλτική πόλη που έφτιαξε, ήρωά του για να θυμαται πως είναι άνθρωπος, ζωντανός...)



auburn Kate



(αν θελετε , πατήστε εδώ, όσο πατάει η γάτα, για να μη τρομαξετε την Psyche opening the door into Cupid's Garden- J.W.WATERHOUSE)